Τα συλλογικά σώματα οιουδήποτε επιπέδου, οφείλουν να σκεφτούν πάνω στους όρους πρόσληψης της πολιτικής από τα λαϊκά στρώματα, στο διαχρονικό βάθος της τελευταίας 20ετίας.
Αυτή η περίοδος ταυτίζεται με την εμπέδωση της ψευδούς συνείδησης της Ελληνικής κοινωνίας, ότι μια πολιτική δανειακής υποκατάστασης της παραγωγικής δυναμικής της χώρας, θα μπορούσε να αναπληρώσει όρους αναπαραγωγής και ισχύος του κοινωνικού μας σχηματισμού. Η εμβάθυνση της εξάρτησης-υποτέλειας της Ελλάδας, συνοδεύθηκε με τη διαπλάτυνση της παρασιτικής και φανταστικής μεγέθυνσης του ρόλου των μεσαίων στρωμάτων και υπηρεσιών. Δεν είναι τυχαίο ότι με σχετική ευκολία, η κατοχική κυβέρνηση, έχει τάχιστα αποκαταστήσει τους τρεις βασικούς μύθους της αυταρχικής δεξιάς ηγεμονίας μετά τον εμφύλιο:
1ο ότι η χώρα έχει ως μονόδρομο την προσαρμογή της στα δεδομένα της στρατηγικής, ακριβώς όπως «ρεαλιστικά» το όρισε ο Σημίτης το 2004 επιχειρηματολογώντας υπέρ του σχεδίου Ανάν .
2ο ότι είναι ψωροκώσταινα, δηλαδή ότι το ζήτημα της ενσωμάτωσης εθνικά, οικονομικά, κοινωνικά των περιφερειών της σ΄ένα εθνικό παραγωγικό σχεδιασμό είναι μάταιο, μη ανταγωνιστικό και τα όποια στοιχεία συγκρότησης του τελούν υπό εκκαθάριση ωσάν να ομιλούσαμε για μια τυπική επιχείρηση.
Τέλος 3ο: ότι ο λαός παύει, πέραν της τυπικής έκφρασης των εκλογών, που κι αυτός εξορκίζεται αν δεν επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα, να θεωρείται παρεμβατικό υποκείμενο της ιστορίας . Αντίθετα συστηματικά ενοχοποιείται με την ωθούμενη κατάτμηση των εκφράσεων του, σε ολοένα πιο ατομοκεντρικές στάσεις υπό το πρίσμα, ποιος θα γλυτώσει την κρίση.
Αυτή η περίοδος ταυτίζεται με την εμπέδωση της ψευδούς συνείδησης της Ελληνικής κοινωνίας, ότι μια πολιτική δανειακής υποκατάστασης της παραγωγικής δυναμικής της χώρας, θα μπορούσε να αναπληρώσει όρους αναπαραγωγής και ισχύος του κοινωνικού μας σχηματισμού. Η εμβάθυνση της εξάρτησης-υποτέλειας της Ελλάδας, συνοδεύθηκε με τη διαπλάτυνση της παρασιτικής και φανταστικής μεγέθυνσης του ρόλου των μεσαίων στρωμάτων και υπηρεσιών. Δεν είναι τυχαίο ότι με σχετική ευκολία, η κατοχική κυβέρνηση, έχει τάχιστα αποκαταστήσει τους τρεις βασικούς μύθους της αυταρχικής δεξιάς ηγεμονίας μετά τον εμφύλιο:
1ο ότι η χώρα έχει ως μονόδρομο την προσαρμογή της στα δεδομένα της στρατηγικής, ακριβώς όπως «ρεαλιστικά» το όρισε ο Σημίτης το 2004 επιχειρηματολογώντας υπέρ του σχεδίου Ανάν .
2ο ότι είναι ψωροκώσταινα, δηλαδή ότι το ζήτημα της ενσωμάτωσης εθνικά, οικονομικά, κοινωνικά των περιφερειών της σ΄ένα εθνικό παραγωγικό σχεδιασμό είναι μάταιο, μη ανταγωνιστικό και τα όποια στοιχεία συγκρότησης του τελούν υπό εκκαθάριση ωσάν να ομιλούσαμε για μια τυπική επιχείρηση.
Τέλος 3ο: ότι ο λαός παύει, πέραν της τυπικής έκφρασης των εκλογών, που κι αυτός εξορκίζεται αν δεν επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα, να θεωρείται παρεμβατικό υποκείμενο της ιστορίας . Αντίθετα συστηματικά ενοχοποιείται με την ωθούμενη κατάτμηση των εκφράσεων του, σε ολοένα πιο ατομοκεντρικές στάσεις υπό το πρίσμα, ποιος θα γλυτώσει την κρίση.